Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

νόος

συνῃρ. νοῦς' μυαλό, ἀντίληψη, προσοχή, κρίση' νόῳσὺν νόῳ=φρονίμως, συνετῶς, μὲ νοῦ' παρὲκ νόον=ἄνευ νοῦ, ἀνοήτως, ἀκρίτως | 2. μυαλό, καρδιά' ἐκ παντὸς νόου=μὲ ὅλη του τὴν καρδιά | 3. σκέψη, σκοπός, σχέδιο, ἀπόφαση.

ΙΙ. ἡ ἔννοια ἢ ἡ σημασία μιᾶς λέξεως ἢ μιᾶς ἐκφράσεως.

Ἐτυμ.: νόος, νοεῖν, νόημα, νουθετεῖν, ἐτυμολογία εἴτε ἀπὸ τὸ νεύω(=κάνω νεῦμα), εἴτε ἀπὸ τὸ νέω(=κολυμβῶ), ὡς "ῥεῦμα σκέψεων καὶ συναισθημάτων".

Δεν υπάρχουν σχόλια: