Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

ὑπόδρα

[ὑποδρακεῖν, ἀπρφ. ἀορ. β' τοῦ ὑποδέρκομαι (ὑπό + δέρκομαι)], ποιητ. ἐπίρ. ποὺ ἐμφανίζεται μόνο στὴν Ὁμηρικὴ φράση ὑπόδρα ἰδών=στραβοκοιτάζοντας, κυρ. βλέπω κάτωθεν ἢ ἐκ τῶν πλαγίων, λοξῶς' ἢ καί, βλέπω βλοσυρῶς, δυστρόπως.

Δεν υπάρχουν σχόλια: