Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

μέλας

μέλαινα, μέλαν' αἰολ. μέλαις (κατὰ τὸ τάλας)' μαῦρος, μελανός | 2. σκοτεινός, σκιερός | 3. μτφρ., κακός, φοβερός, ζοφερός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: