Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

ἐρύω

ἰων. εἰρύω' ἕλκω, σύρω, μεταφέρω, τραβῶ | 2. ἕλκω διὰ βίας, κακομεταχειρίζομαι.

Β.
μέσον ἐρύομαι, ἰων. εἰρύομαι' σύρω πρὸς τὸ μέρος μου' ἐρύομαι νῆας=σύρω νῆες στὴ θάλασσαν.

ΙΙ. ἀπολυτρώνω, διασῴζω | 2. διαφυλάσσω, προστατεύω.

ΙΙΙ. ἀπομακρύνω, ἀποκρούω, ἀποτρέπω, ἐμποδίζω | 2. συγκρατῶ, ἀνακόπτω, καταστέλλω | 3. φρουρῶ, φυλάττω | 4. διατηρῶ, ἰσχυρίζομαι, διατείνομαι, τιμῶ.

[
ἐρύσσομεν, ὑποτ. ἀορ. α’ (Α 141)]
[
εἰρύσσασθαι, ἰων. ἀπρφ. μέλλ. (Α 216)]
[
εἰρύαται, ἰων. γ’ πληθ. παθ. πρκ. τοῦ ἐρύομαι (Α 239)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: