Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

δηλέομαι

-δηλοῦμαι, ἀποθ.' βλάπτω, προξενῶ κακὸ, φθείρω, καταστρέφω' ἀπόλ., προξενῶ βλάβη' ὅρκια δηλήσασθαι=τὸ νὰ διαλύσῃ τις, νὰ παραβεῖ τοὺς ὅρκους.

Ἐτυμ.: ἐκ ρ. ΔΗΛ-, ΔΑΛ-: δαί-δαλ-ος, δηλήμων, δηλήεις(=καταστροφεύς), ἰων. πανδάλητος(=ἐκμηδενισμένος).

Δεν υπάρχουν σχόλια: