Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

δατέομαι

[(δαίω (Β)]' διαμοιράζομαί τι μετά τινος, λαμβάνω τὸ μερίδιό μου ἀπό τι | 2. σχίζω, κόβω, εἰς τεμάχια | 3. διαιρῶ, διαχωρίζω ἢ διαμοιράζω σὲ ἄλλους.

[
δέδασται, παθ. πρκ. (A 125)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: