Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

καλλιπάρῃος, ον

(καλλι- + παρειά)' ὁ ὡραίας παρειάς, ὡραία μάγουλα ἔχων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: