Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

ἐριβώλαξ

(ὁ, ἡ) καὶ ἐρίβωλος, ον' (ἐρι- + βώλαξ=βώλος)' ὁ ἔχων μεγάλους βώλους, ἐπὶ εὐφόρου γῆς, εὔφορος, γόνιμος, καρποφόρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: