Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

γέρας

(τό), ὀνομ. πληθ. γέρατα, ἰων. γέρεα, ἐπ. συνῃρ. γέρα' δῶρο τιμῆς, τιμητικὸ δῶρο, ἔπαθλο | 2. γεν. δῶρο, τιμή | 3. μτφρ., γέρας θανόντων=ἡ τελευταία τιμὴ ἡ ἀπονεμημένη εἰς νεκρούς | 4. προνόμιο, δικαίωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: