Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

ἀπόλλυμι

(ἀπό + ὄλλυμι) ἢ ἀπολλύω (ἀπό + ὀλλύω)' καταστρέφω ἐντελῶς, φονεύω, σφάζω | 2. ἐπὶ πραγμ., κατεδαφίζω, ἐρημώνω, ἀφανίζω | 3. χάνω τι ἐντελῶς.

ΙΙ. μέσον ἀπόλλυμαι, χάνομαι, ἀποθνῄσκω, πεθαίνω | 2. εἶμαι κατεστραμμένος | 3. εἶμαι χαμένος, χάνομαι, φθίνω, λυώνω | 4. εἶμαι ἐλεεινός, ἀξιολύπητος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: