Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

ξυνήιος, η, ον

ἐπ. ἀντὶ ξύνειος (ξυνός)' δημόσιος, κοινός | 2. ἐν τῷ πληθ. ὡς οὐσ. τὰ ξύνηια=κοινὴ ἰδιοκτησία, κοινὴ περιουσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: