Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

ἴσχω

(ἕτερος τύπος τοῦ ἔχω, ἀπαντῶν μόνον κατ᾿ ἐνεστ. καὶ πρτ. ἶσχον)' κρατῶ, συγκρατῶ, σταματῶ, ἀναχαιτίζω' ἀμτβ. σταματῶ, παύω | 2. ἴσχεο= στάσου ! ἡσύχασε! σταμάτα!' μετὰ γεν., ἴσχομαί τινος=ἀπέχω ἀπό τι, μένω, κρατῶ ἐμαυτόν, μακρὰν ἀπό τι.

ΙΙ. μέσον, συγκρατῶ, ἀναχαιτίζω, ἐμαυτόν.

ΙΙΙ. μτγν. ὡς τὸ ἔχω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: