Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

πάρειμι

(παρά + εἰμί)' εἶμαι παρών, εἶμαι πλησίον | 2. εἶμαι πλησίον γιὰ νὰ βοηθήσω τινα, τοῦ παραστέκομαι | 3. ἔχω φτάσει σὲ κάποιον τόπο | 4. ἀπροσ., πάρεστί μοι=εἶναι εἴς τὴν ἐξουσία μου.

ΙΙ. ἐπί χρόνου, τὰ παρόντα=οἱ παροῦσες συνθῆκες, ἡ παροῦσα κατάσταση πραγμάτων | 2. μτχ. παρόν, ἰων. παρεόν=ἐξόν=ἐν ᾧ (ἐπειδή, ἄν καί) ἦτο δυνατόν, ἐπιτετραμμένον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: