Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

στυγέω

(στύγος)' μισῶ, ἀποστρέφομαι' ἰσχυρότερο τοῦ μισέω, γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σημασία "αἰσθάνομαι μῖσος καὶ ἀποστροφή" σημαίνει καὶ "ἐκδηλώνω τὴν ἀπέχθειά μου" | 2. καθιστῶ κάτι μισητὸ ἢ φρικτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: