Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

ὁμοιόω

(ὅμοιος)' καθιστῶ τι ὅμοιο, ἐξομοιώνω | 2. παρομοιάζω, συγκρίνω | 3. παθ., γίνομαι ὅμοιος, ἐξομοιώνομαι' ὁμοιωθήμεναι ἄντην=ν’ ἀναμετρηθεῖ μαζί μου | 4. μέσον, ἀνταποδίδω τὰ ἴσα.

[
ὁμοιωθήμεναι, ἐπ. ἀντὶ ὁμοιωθῆναι, ἀπρφ. παθ. ἀορ. α’ (Α 187)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: