Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

ἕλκω

σύρω, τραβῶ' τεντώνω, ἀπλώνω (ἀνοίγω) πανιά | 2. σχίζω σὲ κομμάτια, ξεσχίζω | 3. σύρω ξίφος, τόξο.

ΙΙ.
μέσον, ξίφος ἕλκομαι=σύρω (τραβῶ) ξίφος
| 2. σύρω πρὸς τὸ μέρος μου, συσσωρεύω.

[
ἕλκεο, προστ. (Α 210)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: