Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

πτερόεις, πτερόεσσα, πτερόεν

(πτερόν)' ὁ ἔχων πτερά, πτερωτός | 2. ἐλαφρὺς ὡς πτερόν | 3. μτφρ. παρ᾿ Ὁμ., ἔπεα πτερόεντα=πτερωτοὶ λόγοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: