(ἐσχηματισμένον δι᾿ ἐνεστ. ἀναδιπλ. ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ γνοέω (ῥ. ΓΝΟ-)' ἀντιλαμβάνομαι, αἰσθάνομαι, ἀποκτῶ γνῶσιν κάποιου πράγματος, σημειώνω' γνωρίζω, ἐννοῶ τι, κατανοῶ τι.
ΙΙ. ἐξετάζω, παρατηρῶ, σχηματίζω γνώμη περί τινος, ἀποφασίζω ἐπί τινος, ψηφίζω.
Ἐτυμ.: ἐκ ῥ. ΓΝΩ-: γνῶσις, γνώμη, γνωστός, γνωρίζω, γνωστήρ, γνώριμος, ἀ-γνοέω, ἄ-γνοια.
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου