Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

γιγνώσκω

(ἐσχηματισμένον δι᾿ ἐνεστ. ἀναδιπλ. ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ γνοέω (ῥ. ΓΝΟ-)' ἀντιλαμβάνομαι, αἰσθάνομαι, ἀποκτῶ γνῶσιν κάποιου πράγματος, σημειώνω' γνωρίζω, ἐννοῶ τι, κατανοῶ τι.

ΙΙ. ἐξετάζω, παρατηρῶ, σχηματίζω γνώμη περί τινος, ἀποφασίζω ἐπί τινος, ψηφίζω.

Ἐτυμ.: ἐκ ῥ. ΓΝΩ-: γνῶσις, γνώμη, γνωστός, γνωρίζω, γνωστήρ, γνώριμος, ἀ-γνοέω, ἄ-γνοια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: