Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

τρέπω

στρέφω ἢ διευθύνω πρός τι' τρέπω τι(νά) εἴς τι=στρέφω τι(νά) πρός τι πρᾶγμα, ὁδηγῶ εἰς..., ἄγω πρός...' πάλιν τρέπω=στρέφω πρὸς τὰ πίσω, κάνω κάποιον νὰ κάμῃ μεταβολή | 2. μεταστρέφω, ἐκτρέπω, ἀποτρέπω ἢ ἀμτβ. ἀποτρέπομαι, ἐκτρέπομαι, λαμβάνω ἄλλη κατεύθυνση | 3. μτφρ. κάνω τι(νά) νὰ πάρῃ ἄλλον δρόμο, τὸν ἀλλάζω, τὸν μεταβάλλω | 4. τρέπω τινὰ εἰς φυγή, τὸν κατατροπώνω, νικῶ | 4. ἀποτρέπω, ἐμποδίζω, κωλύω | 5.
ἀνατρέπω, ἀναποδογυρίζω | 6. μετατρέπω, προσαρμόζω, ἐφαρμόζω, χρησιμοποιῶ.

ΙΙ. παθ. καὶ μέσο, τρέπομαι, στρέφω τὰ βήματά μου πρός..., στρέφομαι πρός τινα διεύθυνση, καταφεύγω εἰς...' ἐπὶ ἔργα τρέπομαι=πηγαίνω εἰς τὴν ἐργασία μου, στρέφομαι πρὸς ἔργα | 2. μεταβάλλομαι, μεταστρέφομαι, εἶμαι ἀλλοιώτικος, ἀλλάζω | 3. ἀπόλ. τρέπομαι=μεταβάλλω γνώμη | 4. κατατροπώνομαι, ἡττῶμαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: