Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

κορωνίς

(ἡ), (κορώνη)' ὡς ἐπίθ., ἡ ἔχουσα τὸ ῥάμφος (τὸ ἔμβολο ἢ γεν. τὸ ἄκρο) κυρτό, γεν. ἡ κυρτή, καμπυλωτή | 2. ἐπὶ βόων, ὁ μὲ τὰ κυρτὰ κέρατα.

ΙΙ. ὡς οὐσ., πᾶν τὸ κυρτὸ | 2. μτφρ., τέλος, συμπλήρωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: