Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

κοτέω

παθ. κοτέομαι, (κότος)' κρατῶ ἔχθρα ἢ μνησικακία κατά τινος, εἶμαι κακεντρεχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: