Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

ἔπω - ἔπομαι

παθ. ἕπομαι' ἐνεργ., καταγίνομαι εἴς τι' ἀσχολοῦμαι περί τι, ἔχω καταπιασθεῖ μέ τι | 2. ἀκολουθῶ, ἔρχομαι κατόπιν | 3. παρακολουθῶ, ὑπακούω | 4. ἐν ἐχθρικῇ ἐνν., καταδιώκω | 5. ἀκολουθῶ, παρακολουθῶ νοερῶς, κατανοῶ.

[
ἑσπόμεθα, α’ πληθ. ὀριστ. ἀορ. β’ τοῦ παθ. ἕπομαι (Α 158)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: