Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

φιλέω -ῶ

(φίλος)' ἀγαπῶ | 2. φέρομαι μὲ τρυφερότητα, φέρομαι φιλικῶς, ὑποδέχομαι τινα φιλικῶς, τὸν καλωσορίζω | 3. ὡς καὶ νῦν, φιλῶ, ἀσπάζομαι.

ΙΙ. μετ᾿ ἀπρφ., ἀγαπῶ (ἀρέσκομαι) νὰ πράττω τι, συνηθίζω νὰ πράττω τι' ἀπρόσ., φιλεῖ γίγνεσθαι=εἶναι σύνηθες νὰ γίνεται (συμβαίνει) κάτι, γίνεται συνήθως, συμβαίνει' ἀπόλ., οἶα δὴ φιλεῖ=ὡς εἶναι σύνηθες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: