Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

πλείων ἢ πλέων (ὁ, ἡ), πλεῖον ἢ πλέον (τό)

συγκρ. τοῦ πολύς' περισσότερος, πλειότερος' ἐπὶ χρόνου, μεγαλύτερος' πλέων νύξ=τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς νύκτας | 2. μετὰ τοῦ ἄρθρου, οἱ πλέονες (ἰων. καὶ δωρ. οἱ πλεῦνες), ὅπως τῷ οἱ πολλοί=οἱ περισσότεροι, ὁ μεγαλύτερος ἀριθμός, ὁ λαός, ὁ ὄχλος' τὸ πλεῖον=τὸ μεγαλύτερο μέρος.

ΙΙ. τὸ οὐδ. πλέον, ἰων. καὶ δωρ. τὸ πλεῖν, ὡς ἐπίρ. κατὰ τὸ πλεῖστον, περισσότερο' πλέον ἔχω=ἔχω τὸ περισσότερο ἢ τὸ καλύτερο ἔκ τινος πράγματος, ὑπερτερῶ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: