Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

πολυάϊξ

(πολύς + ἀΐσσω)' ὁ λίαν ὁρμητικός, θυελλώδης, σφοδρός' κάματος πολυάϊξ=κόπωσις προερχόμενη ἀπὸ ὁρμητικὲς πολεμικὲς ἐπιθέσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: