Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

ἀρείων, -ων, -ον

συγκρ. τοῦ Ἄρειος, ον (ὡσ. –α,-ον), ἰων. Ἀρήϊος, η, ον (Ἄρης)' ὁ ἄνθρωπος τοῦ Ἄρεως, ὁ ἀφιερωμένος στὸν Ἄρη, πολεμοχαρής, πολεμικός, φιλοπόλεμος | 2. καλύτερος, ἀνώτερος, γενναιότερος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: