Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

ὁμιλέω

(ὅμιλος)' εἶμαι μαζὶ μέ κάποιον, εἶμαι σύντροφος κάποιου | 2. ἀπολ., συναθροίζομαι, συνδιάγω (ζῶ μαζί)' περὶ νεκρὸν ὁμιλεῖν=συνωστίζεσθαι πέριξ τοῦ νεκροῦ | 3. ἐν ἐχθρ. ἐνν.,συνάπτω μάχη, ἀντιμετωπίζω τινα | 4. ἐπὶ κοινωνικῶν σχέσεων, συναναστρέφομαί τινα, συνομιλῶ μετά τινος | 5. ἀπολ., εἶμαι φίλος | 6. ἐπὶ ἐπιδιώξεων, ἀσχολιῶν, κλπ., ἀσχολοῦμαι μὲ κάτι, προσέχω κάτι, τὸ παρακολουθῶ | 7. ἐπὶ τόπου, ἔρχομαι εἰς..., εἰσέρχομαι εἴς τινα τόπο, εἶμαι ἔν τινι τόπῳ, συχνάζω εἰς μέρος τι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: