Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

τρέφω

αἰολ. καὶ δωρ. τράφω' κυρ. ὡς καὶ τὸ πήγνυμι, καθιστῶ τι στερεό, τὸ πήζω, τὸ παγώνω' τρέφω τυρόν=τυροκομῶ | 2. δίνω τροφή, ἀνατρέφω, μεγαλώνω κάποιον.

ΙΙ. μέσον, τρέφομαι, ἀνατρέφω δι᾿ ἐμαυτόν.

ΙΙΙ. παθ., ἀνατρέφομαι, αὐξάνομαι, μεγαλώνω | 2. γεννῶμαι, ζῶ, εἶμαι, ὑπάρχω | 3. ἐπὶ γῆς, θαλάσσης, κλπ., παράγω, εἶμαι πλήρης | 4. ποιητ., ἔχω, περιέχω, περιλαμβάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: