Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

πυνθάνομαι

ἐπεκτετ. τύπος ἐκ τοῦ ποιητ. πεύθομαι' ρωτῶ, ζητῶ νὰ μάθω, ἐξετάζω | 2. μανθαίνω, πληροφοροῦμαι, ἐξακριβώνω ἐρωτῶν ἢ ἐρευνῶν | 3. μετὰ γεν. ἀκούω περί τινος, λαμβάνω εἰδήσεις περί τινος | 4. μετὰ αἰτ., ζητῶ πληροφορίες περί τινος, ἐρωτῶ νὰ μάθω διά τινα | 5. μετ᾿ ἀπρφ., ἀκούω ἢ μανθάνω ὅτι...

[πυθοίατο, ἰων. γ’ πληθ. εὐκτ. ἀορ. β’. (Α 257)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: