Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

προθέω

ἀρχαῖος ῥιζικὸς τύπος τοῦ προτίθημι' θέτω ἐμπρὸς ὡς βάση, προϋποθέτω | 2. ἐπιτρέπω, ἢ καὶ παρορμῶ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: