Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

θύω

(ῥ. ΘΥ-)' φυσῶ δυνατά, συρίζω (ἐπὶ ἀνέμου)' ἐπὶ ποταμῶν καὶ κυμάτων, φουσκώνω' ἐπὶ ἀνθρώπων, μαίνομαι, λυσσῶ, τρελλαίνομαι.

ΙΙ. καίω, καπνίζω, θυμιατίζω, θυσιάζω' μετὰ δοτ. προσ., προσφέρω θυσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: