Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

νοέω

(νόος)' παρατηρῶ μὲ τὰ μάτια, νοερῶς παρατηρῶ, διακρίνεται ἀπὸ τὸ ὁρῶ, τὸ ὁποῖο ἀφορᾷ τὴν σωματικὴ αἴσθηση τῆς ὁράσεως καὶ σημαίνει: βλέπω μὲ τὰ μάτια' οὐκ ἴδεν οὐδ᾿ ἐνόησε=οὔτε μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος εἶδε οὔτε μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς παρατήρησε | 2. σκέπτομαι, ὑποθέτω, προτίθεμαι, σκοπεύω, ἔχω κατὰ νοῦ' μτχ. νοέων=συνετός, φρόνιμος | 3. ἐπὶ λέξεων ἢ ἐκφράσεων, σημαίνω, δηλῶ | 4. συμπεραίνω, ἐπινοῶ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: