Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

πρόσω

δωρ. καὶ ἀττ. πόρσω, νεώτ. ἀττ. πόρρω, ποιητ. πρόσσω, ἐπίρ. (πρό, πρός)' ὡς ἐπίρ. (ἀπολ.), ἐπὶ τόπου, ἐμπρός, πρὸς τὰ ἐμπρός, περαιτέρω | 2. ἐπὶ χρόνου, ἐμπρός, στὸ μέλλον, ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἐξῆς | 3. ἐπὶ ἀποστάσεως, μακρὰ ἀπό' οὐ πρόσω Ἑλλησπόντου=οὐχὶ μακριὰ ἀπὸ τὸν Ἑλλήσποντο | 4. ἐπὶ χρόνου, πρόσω τῆς νυκτός=σὲ προχωρημένη ὥραν τῆς νυκτός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: