Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

πολιός, ά, όν

ὡσ. καὶ -ός, -όν' ὑπόλευκος, λευκός | 2. ἐπὶ κόμης, ψαρός ἢ ἀσπρομάλλης' ἀπόλ., πολιός=ὁ ἀσπρομάλλης, ὁ γέρων | 3. μτφρ. διαυγής, καθαρός, λαμπρός' γαλήνιος, νηφάλιος' σεβάσμιος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: