Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

λιάζομαι

κλίνω πρὸς τὰ πλάγια, λυγίζω, κάμπτομαι, παρεκκλίνω, ἀποσύρομαι, ἀποχωρῶ' ἐπὶ ὁράματος (ὀπτασίας), ἐξαφανίζομαι | 2. λυγίζω πρὸς τὰ κάτω, κατολισθαίνω, καταπίπτω | 3. μτχ. λιασθείς=πεσών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: