Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

νόσφι(ν)

ὡς ἐπίρ. τόπου, μακράν, χωριστά | 2. ὡς πρόθ. μετὰ γεν., μακρὰν ἀπό, χωριστὰ ἀπό |3. ἄνευ, χωρίς, ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ κάποιον | 4. ἐπὶ σκέψεως ἢ διαθέσεως' νόσφιν Ἀχαιῶν=χωριστὰ ἀπὸ τοὺς Ἀχαιούς, δηλ. κατὰ διαφορετικὸ τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι | 5. πλήν, ἐκτός, πρὸς τούτοις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: