Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

πρύμνα

ἰων. καὶ ποιητ. πρύμνη (ἡ)’ κυρ. εἶναι θηλ. τοῦ ἐπιθ. πρυμνός, ἐξυπακουομένου τοῦ οὐσ. ναῦς, ἀντὶ πρυμνὴ ναῦς’ ὡς καὶ νῦν, πρύμη, τὸ ὄπισθεν μέρος τοῦ πλοίου, ἀντίθ. τῷ πρῷραἐπὶ πρύμναν ἀνακρούομαι=κάνω τὸ πλοῖο νὰ ὀπισθοχωρεῖ μὲ τὴν πρύμη πρὸς τὰ ἐμπρός, ὀπισθοχωρῶ διὰ τῆς πρύμης’ ἐπὶ οὐρίου ἀνέμου, ἄνεμος ἐπείγει κατὰ πρύμναν=ὁ ἄνεμος μᾶς σπρώχνει εἰς τὴν πρύμνα’ γενικῶς, τὰ πλοῖα προσδένονταν στὴν ξηρὰ ἀπὸ τὴν πρύμνη, πρύμνας λῦσαι=νὰ λύσουμε τὰ πρυμνήσια, νὰ ἀποπλεύσουμε’ μτφ., πρύμνα πόλεως=ἡ ἀκρόπολη, ἀλλ’ ὡς καὶ τὸ σκάφος τῆς πολιτείας | 2. γεν., τὸ κάτω μέρος, πρύμνα Ὄσσας=οἱ πρόποδες τοῦ ὄρους Ὄσσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: