Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

έπαυρίσκω - ἐπαυρίσκομαι

(ἐπί + αυρίσκομαι), ἀποθ. (τὸ ἐνεργ. ἐπαυρίσκω ἀπαντᾷ μόνον ἅπαξ, καὶ τὸ ἅπλὸ αύρίσκω αύρίσκομαι δὲν εἶναι ἐν χρήσει)΄ μετέχω, λαμβάνω, ἀπολαμβάνω μερίδιο ἀπὸ κάτι | 2. φτάνω κάτι, ἀγγίζω κάτι.

ΙΙ. μέσον, καρποῦμαι τὰ ἀποτελέσματα κάποιου πράγματος, εἴτε αὐτὰ εἶναι καλὰ εἴτε κακά (μετά γεν.) | β. συχν. ἐν κακῇ σημασία΄ ἵνα πάντες ἐπαύρωνται βασιλῆος=γιὰ νὰ ἀπολαύσουν ὅλοι τὴν κακότητα τοῦ βασιλέως΄ ὀΐω μιν ἐπαυρήσεσθαι=νομίζω ὅτι θὰ αἰσθανθεῖ τὶς συνέπειες | 2. μετ’ αἰτ. πράγμ., ἐπιφέρω, προξενῶ, κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: