Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

εἴλω

εἴλλω ἴλλω’ ὡς εἰλέω, ἀττ. εἰλέω, (FΕΛ-)' συστρέφω, στρίβω σφιχτά, συμπιέζω' συστέλλω, συμμαζεύω' ἐγκλείω, κατακλείω | 2. ὠθῶ, συνωθῶ, ἀπωθῶ διὰ τῆς βίας, χτυπῶ' νῆα κεραυνῷ ἔλσας=χτύπησε τὸ πλοῖο μὲ κεραυνό.

ΙΙ. παθ., περιτυλίσσομαι, συμμαζεύομαι' ἐγκλείομαι, ἀποκλείομαι σὲ κάποιο μέρος, συνωστίζομαι, συναθροίζομαι, συγκεντρώνομαι' ἀλὲν ὕδωρ=ὕδωρ ποὺ ἔχει συλλεχθεῖ | 2. συμμαζεύομαι, ζαρώνω, συστέλλομαι' Ἀχιλλῆα ἀλεὶς μένεν=συστράφηκε καὶ περίμενε τὴν ἐπίθεση τοῦ Ἀχιλλέως | 3. περιφέρομαι ἐδῶ κι ἐκεῖ | 4. περιστρέφομαι, περιδινοῦμαι, στριφογυρίζω (ὅπως τὸ εἱλίσσω)’ γῆ εἰλλομένη (ἤ ἰλλομένη)=γῆ περιστρεφόμενη περὶ τὸν ἄξονά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: