Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

βιάω - βιάομαι

παλαιότ. ἐπ. τύπος τοῦ βιάζω’ ἐκβιάζω, ἐξαναγκάζω | 2. ἐξαπατῶ, ἀποστερῶ δι’ ἀπάτης’ νῶϊ μισθὸν βιήσατο=μᾶς στέρησε διὰ τῆς βίας τὸν μισθό μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: