Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

χθιζός, ή, όν

(χθὲς)' χθεσινός, ὁ τῆς χθεσινῆς ἡμέρας || ὁ χθιζός πόνος=ὁ κόπος τῆς χθές || κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπὶ ἐπιρρ. σημασίας, μετὰ ῥημάτων, χθιζὸς ἔβη, χθὲς ἀπῆλθε, Ἰλ. Α. 424· χθ. ἤλυθες Ὀδ. Β. 262· χθ. ἐεικοστῷ φύγον ἤματι Ζ. 170· ὅσσα, χθ. ὑπέσχετο Ἰλ. Τ. 141· χθ. ἐμυθεόμην Ὀδ. Μ. 451· τοῖος ἐών τοι χθ., ἐὰν ἤμην χθὲς τοιοῦτος (οἷος ἤμην ποτέ), Ω 378. -τὸ οὐδ. χθιζὸν κεῖται ὡσαύτως ὡς ἐπίρρ.= χθές, Ἰλ. Τ. 195, Ὀδ. 656.

Δεν υπάρχουν σχόλια: