Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

λιμήν

ὃ,τι καὶ νῦν, «λιμάνι» ἐνῷ ὅρμος εἶναι τὸ ἐσώτατον μέρος τοῦ λιμένος, ἔνθα τὰ πλοῖα προσορμίζονται καὶ ὅπου ἀποβαίνουσιν εἰς τὴν ξηρὰν οἱ ἐπιβάται, Ὅμ., ἴδε πρὸ πάντων Ἰλ. Α. 432, 435· ἀλλὰ μετέπειτα οὐδεμία τοιαύτη διάκρισις ἐτηρεῖτο || συχνάκις ἐν τῷ πληθ., λιμένες νηῶν ὄχοι Ὀδ. Ε. 404· λιμένες δ’ ἔνι ναύλοχοι αὐτῇ Δ. 846· λιμένες τε πάνορμοι Ν. 195 || μετὰ γεν. ἀντικειμ., λιμένες θαλάσσης, ὡς καταφύγια ἀπὸ τῆς θαλάσσης, Ὀδ. Ε. 418, 440.

ΙΙ. μεταφορ., καταφύγιον, τόπος εἰς ὃν ἀποσύρεταί τις.

(πιθ. ἐκ τῆς -ΛΙΒ, λείβω, πρβλ. λίμνη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: