Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

πολυβενθής, ές

(πολύς + βένθος)' πολὺ βαθύς, ἃλς Ὀδ. Δ. 406· λιμὴν Ἰλ. Α. 432, Ὀδ. Κ. 125, Π. 324.

Δεν υπάρχουν σχόλια: