ἐπικ. ἐΰζωνος, ον, (εὖ + ζώνη) καλῶς ἐζωσμένος, Ὅμ. (ἀλλὰ μόνον ἐν
Ἰλ. Α. 429, Ψ. 261, 760, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 212), ἀείποτε ὡς ἐπίθ. τῶν
γυναικῶν (αἵτινες ὡσαύτως καλοῦνται βαθύζωνοι. καλλίζωνοι, βαθύκολποι) | 2. ἀκολούθως καὶ ἐπὶ ἀνδρῶν, ἐζωσμένος πρὸς γύμνασιν, ἐζωσμένος ἢ ἐνδεδυμένος ἐλαφρῶς πρὸς πορείαν, δραστήριος, ἐνεργητικός.
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου