Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΜΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΜΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

δέμας

(τό)' (δέμω)' τὸ σῶμα, κυρ. τοῦ ἀνθρώπου' κυρ. τὸ ζῶν σῶμα, δεδομένου ὅτι ὑπὸ τῶν ἀρχαίων σῶμα ἐλέγετο τὸ πτῶμα' μικρὸς τὸ δέμας=μικρὸς τὸ ἀνάστημα, μικρόσωμος | 2. ὡς ἐπίρ. συνών. τοῦ δίκην' δέμας πυρὸς αἰθομένοιο=ἐν τῇ μορφῇ καιομένου πυρός, ὁμοίως πρὸς καιόμενον πῦρ.

Ἐτυμ.: ἐκ ῥ. ΔΕΜ-: δέμω, δόμος, δῶ, δῶμα.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

δῶμα

(τό) (δέμω) οἰκία, παρ’ Ὁμ. καὶ ἄλλοις ποιηταῖς (πρβλ. δόμος) | 2. ὡσαύτως, μέρος οἰκίας, τὸ κύριον δωμάτιον, ἡ αἴθουσα ἐν ἧ ἦτο ἡ ἑστία, Ἰλ. Ζ. 316, καὶ συχν. ἐν τῷ πληθ. ἐπὶ μιᾶς μόνης οἰκίας, Ὀδ. Β. 259 | 3. ἐπὶ τῆς κατοικίας τῶν θεῶν, θεοὶ Ὀλύμπια δώματ’ ἔχοντες Ἰλ. Β. 13, κτλ.· κλυτὰ δ. βένθεσι λίμνης, ἐπὶ τοῦ Ποσειδῶνος, Ν. 21· καὶ συχν. ἐπὶ τοῦ Πλούτωνος, δῶμ’ Ἀΐδαο, ὁ κάτω κόσμος, Ὀδ. Μ. 21.

Ἐτυμ.: ρ. ΔΕΜ-.