Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

δέμας

(τό)' (δέμω)' τὸ σῶμα, κυρ. τοῦ ἀνθρώπου' κυρ. τὸ ζῶν σῶμα, δεδομένου ὅτι ὑπὸ τῶν ἀρχαίων σῶμα ἐλέγετο τὸ πτῶμα' μικρὸς τὸ δέμας=μικρὸς τὸ ἀνάστημα, μικρόσωμος | 2. ὡς ἐπίρ. συνών. τοῦ δίκην' δέμας πυρὸς αἰθομένοιο=ἐν τῇ μορφῇ καιομένου πυρός, ὁμοίως πρὸς καιόμενον πῦρ.

Ἐτυμ.: ἐκ ῥ. ΔΕΜ-: δέμω, δόμος, δῶ, δῶμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: