Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΚΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΚΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

ὑπείκω

ἐπ. ὑποείκω (ὑπό + εἴκω)' ἀποχωρῶ, ἀποσύρομαι, ἀπομακρύνομαι, ἀναχωρῶ' ὑπείκω τινὶ λόγων=παραχωρῶ σὲ κάποιον τὸ δικαίωμα νὰ μιλήσει πρῶτος | 2. μετ᾿ αἰτ., διαφεύγω, ξεγλιστρῶ | 3. ὑποχωρῶ, ἐνδίδω | 4. γεν., ὑποτάσσομαι, πειθαρχῶ, ὑπακούω.

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

ἔοικα

ἰων. οἶκα, πρκ. μετὰ σημ. ἐνεστ. ἐκ τοῦ εἴκω' εἶμαι ἤ φαίνομαι ὅμοιος, μοιάζω | 2. τὸ γ' ἐν. ἔοικε ὡς ἀπροσ. παρ' Ὁμ.= φαίνεται (εἶναι) ὀρθό | 3. ἡ μτχ. ἐοικώς χρησ. ὡς ἐπίθ. παρ' Ὁμ. = ὅμοιος, ἀρμόδιος, εὐπρεπής, κατάλληλος | 4. ἔοικε=φαίνεται΄ ὡς ἔοικε=καθὼς φαίνεται.