Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΕΙΤΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΕΙΤΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

κρείσσων,ον

ἀττ. κρείττων, ἰων. κρέσσων, δωρ. κάρρων' συγκρ. τοῦ κρατύς' άνωμ. συγκρ. τοῦ ἀγαθός' ὑπερθ. κράτιστος' (κράτος) | Α. (ὡς συγκρ. τοῦ κρατύς) ὁ ἰσχυρότερος, ὁ δυνατότερος (ἰδίως στὴ μάχη), αὐτὸς ποὺ ἔχει μεγαλύτερη σωματικὴ δύναμη, αὐτὸς ποὺ ὑπερισχύει, ποὺ νικὰ | Β. (ὡς συγκρ. τοῦ ἀγαθός) ὁ καλύτερος, ὁ ἀνώτερος, ἰδίως ὡς πρὸς τὴ θέση, τὴν ἀξία | Γ. αὐτὸς ποὺ ὑπερβάλλει, ποὺ ὑπερτερεῖ, ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπὸ κάποιον ἢ ἀπὸ κάτι | Δ. αὐτὸς ποὺ μπορεῖ καὶ ἐξουσιάζει κάτι, ὁ ἐγκρατής' αὐτὸς ποὺ θέτει τὸν ἑαυτό του πάνω ἀπὸ κάτι | Ε. ὁ ἀνώτερος, ὁ ἐξοχότερος | ΣΤ. ὡς ἐπίρ., με καλύτερο τρόπο.

Ἐτυμ.: ἀπὸ ἰων. *κρε-τ-y-ων (πβ. αἰολ. κρέτος γιὰ τὸ κράτος) > ἰων. κρέσσων > κρείσσων.