Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

κράτιστος, η, ον

ἐπ., κάρτιστος, η, ον, ἀνώμ. ὑπερθ. τοῦ ἀγαθός (ἐκ τοῦ κράτος)' ἰσχυρότατος, δυνατώτατος, βιαιότατος, ἀγριώτατος | 2. ἄριστος, ἔξοχος, ἐξοχώτατος | 3. ὡς συγκρ. ἐν χρήσει τὸ κρείσσων.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

κρείσσων,ον

ἀττ. κρείττων, ἰων. κρέσσων, δωρ. κάρρων' συγκρ. τοῦ κρατύς' άνωμ. συγκρ. τοῦ ἀγαθός' ὑπερθ. κράτιστος' (κράτος) | Α. (ὡς συγκρ. τοῦ κρατύς) ὁ ἰσχυρότερος, ὁ δυνατότερος (ἰδίως στὴ μάχη), αὐτὸς ποὺ ἔχει μεγαλύτερη σωματικὴ δύναμη, αὐτὸς ποὺ ὑπερισχύει, ποὺ νικὰ | Β. (ὡς συγκρ. τοῦ ἀγαθός) ὁ καλύτερος, ὁ ἀνώτερος, ἰδίως ὡς πρὸς τὴ θέση, τὴν ἀξία | Γ. αὐτὸς ποὺ ὑπερβάλλει, ποὺ ὑπερτερεῖ, ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπὸ κάποιον ἢ ἀπὸ κάτι | Δ. αὐτὸς ποὺ μπορεῖ καὶ ἐξουσιάζει κάτι, ὁ ἐγκρατής' αὐτὸς ποὺ θέτει τὸν ἑαυτό του πάνω ἀπὸ κάτι | Ε. ὁ ἀνώτερος, ὁ ἐξοχότερος | ΣΤ. ὡς ἐπίρ., με καλύτερο τρόπο.

Ἐτυμ.: ἀπὸ ἰων. *κρε-τ-y-ων (πβ. αἰολ. κρέτος γιὰ τὸ κράτος) > ἰων. κρέσσων > κρείσσων.

κρατέω

(κράτος)' εἶμαι ἰσχυρός, κραταιός, δυνατός | 2. μετὰ δοτ., κρατῶ στὰ χέρια μου τὴν ἐξουσία, ἔχω τὸ κράτος' κρατέω ἀνδράσι καὶ θεοῖσι=ἄρχω μεταξὺ ἀνθρώπων καὶ θεῶν | Β. κατακτῶ, ὑποτάσσω' μετὰ γεν., γίνομαι κύριος, εἶμαι κυρίαρχός τινος, κυβερνῶ' ἀπολ., νικῶ, ὑπερισχύω' μετὰ αἰτ. προσ., ὑπερισχύω ἐναντίον τινός, καταβάλλω (νικῶ) τινά, κυριαρχῶ ἐπί τινος, ἐξουσιάζω τινά' μετὰ αἰτ. πραγμ., γίνομαι κύριος πράγματός τινος, τὸ λαμβάνω ὑπὸ τὴν κατοχή μου, κυριεύω (διὰ βίας).

ΙΙ. παθ., ὑπακούω, ὑποτάσσομαι.