Ομήρου Ιλιάς ΙΙ
Σημασία και ετυμολογία λέξεων
Λεξικά
Kalós
Perseus Digital Library
The Archimedes Project
Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης - Liddell-Scott
Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα
Ι. Σταματάκου - Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης
Επεξηγήσεις
Συντετμημένες λέξεις καὶ σημεῖα
Λέξεις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
Αρχειοθήκη ιστολογίου
Αρχειοθήκη ιστολογίου
Φεβρουαρίου (2)
Δεκεμβρίου (19)
Νοεμβρίου (14)
Μαρτίου (27)
Φεβρουαρίου (27)
Ιανουαρίου (9)
Δεκεμβρίου (7)
Νοεμβρίου (16)
Ιουλίου (9)
Ιουνίου (21)
Απριλίου (16)
Μαρτίου (42)
Φεβρουαρίου (33)
Δεκεμβρίου (10)
Ιουλίου (2)
Ιουνίου (9)
Μαΐου (7)
Απριλίου (103)
Μαρτίου (75)
Φεβρουαρίου (128)
Ιανουαρίου (37)
Δεκεμβρίου (60)
Νοεμβρίου (116)
Σεπτεμβρίου (2)
Ιουλίου (39)
Ιουνίου (24)
Απριλίου (3)
Μαρτίου (1)
Φεβρουαρίου (1)
Blog Me
Ομήρου Ιλιάς
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 13 χρόνια
Αρχαία Ελληνικά
Γραμματικὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας
Πριν από 14 χρόνια
Πληροφορίες
kalliopi
Το σώμα μας έχει την ιδιότητα να αυτοθεραπεύεται. Ύψιστη σημασία έχουν οι παράγοντες: Διατροφή, Κίνηση, Περιβάλλον, Τρόπος Ζωής, Τρόπος Σκέψης - Ιπποκράτης, 432π.Χ.
Προβολή πλήρους προφίλ
Αναγνώστες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα
ΚΡΑΤΟΣ
.
Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα
ΚΡΑΤΟΣ
.
Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010
κράτιστος, η, ον
ἐπ.,
κάρτιστος, η, ον
, ἀνώμ. ὑπερθ. τοῦ
ἀγαθός
(ἐκ τοῦ
κράτος
)' ἰσχυρότατος, δυνατώτατος, βιαιότατος, ἀγριώτατος
| 2.
ἄριστος, ἔξοχος, ἐξοχώτατος
| 3.
ὡς συγκρ. ἐν χρήσει τὸ
κρείσσων
.
Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009
κρείσσων,ον
ἀττ.
κρείττων
, ἰων.
κρέσσων
, δωρ.
κάρρων
' συγκρ. τοῦ
κρατύς
' άνωμ. συγκρ. τοῦ
ἀγαθός
' ὑπερθ.
κράτιστος
' (
κράτος
)
| Α.
(ὡς συγκρ. τοῦ
κρατύς
) ὁ ἰσχυρότερος, ὁ δυνατότερος (ἰδίως στὴ μάχη), αὐτὸς ποὺ ἔχει μεγαλύτερη σωματικὴ δύναμη, αὐτὸς ποὺ ὑπερισχύει, ποὺ νικὰ
| Β.
(ὡς συγκρ. τοῦ
ἀγαθός
) ὁ καλύτερος, ὁ ἀνώτερος, ἰδίως ὡς πρὸς τὴ θέση, τὴν ἀξία
| Γ.
αὐτὸς ποὺ ὑπερβάλλει, ποὺ ὑπερτερεῖ, ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπὸ κάποιον ἢ ἀπὸ κάτι
| Δ.
αὐτὸς ποὺ μπορεῖ καὶ ἐξουσιάζει κάτι, ὁ ἐγκρατής' αὐτὸς ποὺ θέτει τὸν ἑαυτό του πάνω ἀπὸ κάτι
| Ε.
ὁ ἀνώτερος, ὁ ἐξοχότερος
| ΣΤ.
ὡς ἐπίρ., με καλύτερο τρόπο.
Ἐτυμ
.: ἀπὸ ἰων.
*
κρε
-τ-y-ων
(πβ. αἰολ.
κρέτος
γιὰ τὸ
κράτος
) > ἰων.
κρέσσων
>
κρείσσων
.
κρατέω
(
κράτος
)' εἶμαι ἰσχυρός, κραταιός, δυνατός
| 2.
μετὰ δοτ., κρατῶ στὰ χέρια μου τὴν ἐξουσία, ἔχω τὸ κράτος'
κρατέω ἀνδράσι καὶ θεοῖσι
=ἄρχω μεταξὺ ἀνθρώπων καὶ θεῶν
| Β.
κατακτῶ, ὑποτάσσω'
μετὰ γεν., γίνομαι κύριος, εἶμαι κυρίαρχός τινος, κυβερνῶ' ἀπολ., νικῶ, ὑπερισχύω' μετὰ αἰτ. προσ., ὑπερισχύω ἐναντίον τινός, καταβάλλω (νικῶ) τινά, κυριαρχῶ ἐπί τινος, ἐξουσιάζω τινά' μετὰ αἰτ. πραγμ., γίνομαι κύριος πράγματός τινος, τὸ λαμβάνω ὑπὸ τὴν κατοχή μου, κυριεύω (διὰ βίας).
ΙΙ.
παθ., ὑπακούω, ὑποτάσσομαι.
Παλαιότερες αναρτήσεις
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)