Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

κράτιστος, η, ον

ἐπ., κάρτιστος, η, ον, ἀνώμ. ὑπερθ. τοῦ ἀγαθός (ἐκ τοῦ κράτος)' ἰσχυρότατος, δυνατώτατος, βιαιότατος, ἀγριώτατος | 2. ἄριστος, ἔξοχος, ἐξοχώτατος | 3. ὡς συγκρ. ἐν χρήσει τὸ κρείσσων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: